
Η πρώτη φορά που επισκέφτηκα τη Σίβα, τον Νοέμβριο του 2024, ήταν από εκείνες τις εμπειρίες που με έχουν σημαδέψει — με την καλή έννοια. Δεν είναι μόνο οι αλατολίμνες και οι αμμόλοφοι που σε μαγνητίζουν σε αυτό το ξεχασμένο κομμάτι γης. Είναι οι άνθρωποι. Κάναμε καλούς φίλους - ο Σπύρος και ο Νίκος μας άνοιξαν όχι μόνο τα σπίτια τους αλλά και τον κόσμο τους, με μια φιλοξενία τόσο αβίαστη που ήδη από την πτήση της επιστροφής στην Ελλάδα, το ξέραμε: "Εδώ θα ξαναγυρίσουμε".
Και όντως, μόλις δυο μήνες μετά, μέσα στον Φεβρουάριο του 2025, βρεθήκαμε πάλι να πετάμε για Αλεξάνδρεια. Μείναμε ένα βράδυ να ρουφήξουμε λίγη από τη μελαγχολία της παραλιακής πόλης, και την επόμενη κιόλας μέρα μπήκαμε στο ταξί με τον γνωστό μας οδηγό Waled για το μεγάλο και πολλές φορές κουραστικό 9ωρο ταξίδι μέσα από την έρημο. Αυτή τη φορά, χωρίς πρόγραμμα και με 7 ημέρες μπροστά μας. Το μόνο που θέλαμε ήταν να είμαστε και πάλι εκεί. Απλώς να κάτσεις να παρατηρείς αυτό το μοναδικό μέρος.
Μόλις πάς στη Σίβα θα το νιώσεις, η όαση εκπέμπει μια παράλογη ηρεμία που αργά ή γρήγορα σε τραβάει πίσω. Όταν σκέφτεσαι πως εδώ ακριβώς, στη μέση του πουθενά, χτίστηκε το Μαντείο του Άμμωνα (ένα ιερό που ανάγκαζε στρατηλάτες να διασχίζουν την έρημο για μήνες με κίνδυνο τη ζωή τους), καταλαβαίνεις πως κάτι ανεξήγητο υπάρχει στον αέρα και την ενέργεια αυτού του τόπου.
Οι εικόνες που ακολουθούν δεν έχουν κάποια χρονολογική σειρά. Δεν χρειάζονται εξήγηση. Είναι σκόρπιες στιγμές που κράτησα από όσα ζήσαμε εκεί. Απέραντες λίμνες από αλάτι, λαβύρινθοι από πέτρα και λάσπη, ουρανοί που σε μαγεύουν με τα άστρα τους, και κρυμμένες πηγές ανάμεσα στις χουρμαδιές. Η Σίβα κρύβει αμέτρητα μυστικά, πολύ περισσότερα από όσα μπορεί να συλλάβει το μάτι την πρώτη φορά.
Το να κάνεις ένα τόσο κουραστικό ταξίδι δυο φορές μέσα σε εξήντα μέρες μπορεί σε κάποιους να ακούγεται υπερβολή. Αλλά αν αφεθείς στον ρυθμό της, βγάζει απόλυτο νόημα. Υπάρχουν μέρη που τα βλέπεις μια φορά, βγάζεις φωτογραφίες και προχωράς στο επόμενο. Αλλά υπάρχουν και κάτι λίγα μέρη τα οποία σε καλούν πίσω. Η Σίβα, για εμάς, σίγουρα ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.


